|

"Μαρτύρων
θείος χορός της Εκκλησίας η βάσις, του Ευαγγελίου η
τελείωσις, υμείς έργω του Σωτήρος τα ρητά επληρώσατε"
|
Το
Μοναστήρι του Ευαγγελισμού της Σκιάθου έπαιξε σημαντικό
ρόλο τόσο κατά την διάρκεια των προεπαναστατικών κινημάτων,
όσο και κατά την διάρκεια την επανάσταση του 1821 εναντίον
των Τούρκων.
Του Λεχουνιού το ρέμα, που είναι πλάι στο Μοναστήρι
και καταλήγει σ' ένα μικρό λιμανάκι, ήταν το ορμητήριο
του περίφημου πειρατή Νικοτσάρα, του φόβου και του τρόμου
του Αιγαίου, που είχε και παρά πολλά γενναία παλικαριά.
Αυτά
τα παλικαριά θέλησε ο ιδρυτής και πρώτος ηγούμενος του
Μοναστηριού Νήφων να μυήσει στην επανάσταση, πράγμα
που το πέτυχε.
Έτσι τα παλικαριά του Νικοτσάρα ένα - ένα τον εγκατέλειπαν
προσέρχονταν στον Νήφωνα και εν συνεχεία προσχωρούσαν
στην επανάσταση.
|
Ο
Νικοτσάρας όμως, έβλεπε σιγά - σιγά να χάνει την δύναμή
του αποφάσισε να βγάλει από τη μέση τον Νήφωνα. Ένα απόγευμα
πηγαίνοντας στο Μοναστήρι γι' αυτό το σκοπό και μπαίνοντας
από την μισάνοιχτη πόρτα του ηγουμενείου αντίκρισε τον
Νήφωνα να διαβάζει ένα βιβλίο και να τον περιβάλει ένα
υπέρλαμπρο φως. Φοβήθηκε και έφυγε.
Μετά από λίγο καιρό επανήλθε. Μπαίνοντας όμως με φόρα
μέσα στο ηγουμενείο για να σκοτώσει τον Νήφωνα παρέλυσε
και τυφλώθηκε. Ο Νήφων, σαν καλοκάγαθος που ήταν, στεναχωρήθηκε
πολύ που είδε τον γενναίο Νικοτσάρα παράλυτο και τυφλό
και αμέσως γονάτισε μπροστά στην Πανάγια και άρχισε
να προσεύχεται, να κάνει παρακλήσεις και ολονυκτίες
παρακαλώντας την να συγχωρέσει τον Νικοτσάρα και να
του δώσει την υγειά του, πράγμα που έγινε μετά από μέρες.
|

"Εισελέυσομαι
εις τον οίκο σου,
Κύριε, προσκυνήσω προς
Ναόν άγιόν σου"
|
Ο
Νικοτσάρας το θεώρησε θαύμα και εγκαταλείποντας την πειρατεία
προσχώρησε στην επανάσταση δίνοντας γενναίες μάχες εναντίον
των Τούρκων. Έπεσε δε, ηρωικά μαχόμενος, στην μάχη του Λιτόχωρου
σε ηλικία 33 ετών. Όλοι οι οπλαρχηγοί και τα παλικαριά του
παρέστησαν στην ταφή του που έγινε, σύμφωνα με την επιθυμία
του, στού Λεχουνιού το ρέμα, στης Βαγγελίστρας το Μοναστήρι
της Σκιάθου, όπως λένε και τα δημοτικά τραγούδια. Τον έθαψαν
μάλιστα με όλο τον οπλισμό του και όλη την περιούσια που ήταν
40 μουλάρια (φορτώματα) χρυσάφι.
Σ' αυτό το Μοναστήρι το Σεπτέμβριο του 1807, πιθανότατα στις
14 του μήνα, ο Νήφων συγκέντρωσε όλους τους οπλαρχηγούς απ'
όλη την Ελλάδα και συναποφάσισαν τον αγώνα "κατά θάλασσαν
δια των νησιωτικών πλοίων...".
Μεταξύ
τους ο Θ.Κολοκοτώνης, ο Παπαβλαχάβας, ο Μιαούλης, οι Λαζαίοι,
ο Καρατάσος, ο διδάσκαλος του Γένους Δημητριάδης, ο Σταθάς,
ο Νικοτσάρας, ο Λιόλιος, ο Τσάμης και πολλοί άλλοι. Ήταν η
μεγαλύτερη σύναξη καπεταναίων που έγινε ποτέ στα χρόνια του
Αγώνα.
Σ'
αυτήν τη σύναξη τα χέρια του Νήφωνα ευλόγησαν την πρώτη ελληνική
σημαία, που σχεδιάστηκε και υφάνθηκε στο Μοναστήρι και "είχεν
φόντο γαλανόν και στη μέση μεγάλον λευκό σταυρό...",
αυτήν που η εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1823, όρισε επίσημο
τύπο της σημαίας μας.
Όλα τα Μοναστήρια μας βοήθησαν την επανάσταση.
Τούτο εδώ όμως τα έδωσε όλα. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά
το Μοναστήρι παρασκεύαζε 2.000 μερίδες φαγητό και 2.000 καρβέλια
ψωμί ημερησίως για τις ανάγκες του Αγώνα. Όλος ο όροφος πάνω
από την τράπεζα του είχε διαμορφωθεί σε νοσοκομείο που διέθετε
το καλύτερο χειρουργείο της εποχής εκείνης για τους τραυματισμένους
και άρρωστους αγωνιστές. Γι' αυτό μετά την απελευθέρωση ο
ναύαρχος Λάζαρος Κουντουριώτης το γέμισε με δώρα, Ιερά Λείψανα,
εικόνες, ιερά σκευή και πολλά αλλά σε αναγνώριση των υπηρεσιών
της Μόνης στον αγώνα.
|